
Του Παναγιώτη Χριστιά
Ο πόλεμος που εξαπολύει η προεδρία Τραμπ κατά της Ευρώπης δεν έχει ούτε οικονομικά ούτε στρατιωτικά κίνητρα. Τα κίνητρα του Αμερικανού προέδρου, ηγέτη της λευκής προτεσταντικής αγγλοσαξονικής πλειοψηφίας, είναι πολιτισμικά. Δεν εχθρεύεται τους Ευρωπαίους για τους λόγους τους οποίους ο ίδιος προβάλλει. Τους εχθρεύεται για λόγους πολιτισμικούς. Το ότι οι Ευρωπαίοι δεν «πληρώνουν» για την ασφάλεια που τους παρέχουν οι ΗΠΑ είναι μόνο ένα από τα πολλά επιχειρήματα που προβάλλει για να θεμελιώσει τον παρασιτικό, κατά τον ίδιο, τρόπο ζωής των Ευρωπαίων. Το ευρωπαϊκό φιλελεύθερο πνεύμα είναι για τον Τραμπ ο πραγματικός εχθρός. Ο εχθρός αυτός, αόρατος, ιδεολογικός, επηρεάζει, σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, τη ζωή των «ηθικών» Αμερικανών πολιτών, διαφθείρει τα ήθη και αλλάζει τις αξίες τους. Η διείσδυση της ευρωπαϊκής κουλτούρας στην αμερικανική κοινωνία καθιστά, πάντα σύμφωνα με τον Τραμπ, την Αμερική ευάλωτη σε τρόπους ζωής και αρχές, οι οποίες καταστρέφουν το ηθικό στοιχείο που έκανε την Αμερική υπερδύναμη. Αυτός ο τρόπος σκέψης δεν είναι πρωτόγνωρος στην αμερικανική ιντελιγκέντσια.
Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, συντηρητικοί φιλόσοφοι είχαν επιστήσει την προσοχή στο γεγονός ότι η φοιτητιώσα νεολαία των ΗΠΑ ήταν εκτεθειμένη στις γερμανόφερτες θεωρίες του Μαρκούζε, της ψυχανάλυσης και του φροϋδομαρξισμού. Σε αυτή την έκθεση σε ανατρεπτικές ιδέες, ξένες προς την αμερικανική παιδεία, οφειλόταν η πολιτισμική επανάσταση της δεκαετίας του 1960, ο ξεσηκωμός των φοιτητών στα μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια κατά του πολέμου του Βιετνάμ, το κίνημα των χίπις, το Γούντστοκ και, γενικότερα, η εχθρότητα της νεολαίας κατά των παραδοσιακών προτεσταντικών αμερικανικών αξιών. Σύμφωνα με τους συντηρητικούς αυτούς φιλοσόφους, οι παραδοσιακές αξίες ήταν αυτές που ενέπνευσαν τους Αμερικανούς στον πόλεμο κατά του ναζισμού και έσωσαν τους Ευρωπαίους από τη λαίλαπα του ολοκληρωτισμού. Το αφήγημα αυτό παρατίθεται αυτούσιο στο best seller του νεοσυντηρητικού Αμερικανού φιλοσόφου Allan Bloom «Το κλείσιμο του αμερικανικού πνεύματος» («The closing of the American mind») (1987). O συγγραφέας ασκεί κριτική στον ηθικό σχετικισμό, που επικρατεί στον ακαδημαϊκό χώρο και στην κοινωνία γενικότερα. Κατά την άποψη του Bloom, το άνοιγμα υπονομεύει την κριτική σκέψη και δεν επιτρέπει στους φοιτητές να δουν ξεκάθαρα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που καθορίζουν τους διαφορετικούς πολιτισμούς. Το βιβλίο έγινε απροσδόκητα best seller, πουλώντας σχεδόν μισό εκατομμύριο αντίτυπα σε σκληρόδετη έκδοση. Ο ηθικός μηδενισμός, προϊόν της γερμανικής σκέψης, είχε κατακτήσει τον αμερικανικό χώρο του πνεύματος, ιδιαίτερα δε τη νεολαία, πάντα φιλοπερίεργη, ριψοκίνδυνη και ευάλωτη στις πολιτισμικές προκλήσεις και επιλογές. Στο ίδιο βιβλίο, ο Bloom ασκεί ιδιαίτερα δριμεία κριτική στα μέτρα «θετικής διάκρισης» (positive discrimination), που είχαν υιοθετήσει τα αμερικανικά πανεπιστήμια με σκοπό να προωθήσουν την κοινωνική ισότητα, δίνοντας πρόσβαση στην ανώτατη παιδεία σε μέλη μειονοτικών ομάδων, όπως οι αφροαμερικανοί.
Σε μια πιο σκληρή γραμμή, την ίδια εποχή που η συντηρητική ιντελιγκέντσια άρθρωνε το αφήγημα της διαφθοράς των ηθικών Αμερικανών από τους ανήθικους Ευρωπαίους στοχαστές και διανοούμενους, ο γερουσιαστής Μακάρθι ξεκινούσε ένα κυνήγι μαγισσών κατά της κομμουνιστικής απειλής στις ΗΠΑ. Η κατηγορία ήταν ότι οι κομμουνιστές και όποιοι διαπνέονταν από ριζοσπαστικές και φιλελεύθερες (liberal) ιδέες διέπρατταν «αντιαμερικανικές πράξεις» (anti-American acts). Η κατηγορία του αντιαμερικανισμού στοχοποιούσε, βέβαια, κυρίως τους Αμερικανούς κομμουνιστές σε μια περίοδο ιδιαίτερα τεταμένων σχέσεων των ΗΠΑ με τη Σοβιετική Ρωσία. Την ίδια όμως στιγμή έπληττε όλη την αμερικανική τέχνη και διανόηση, από το Χόλιγουντ μέχρι τη Νέα Υόρκη. Επέτρεπε δε στους υπέρμαχους του μακαρθισμού να επιβάλλουν τις αξίες τους στην αμερικανική κοινωνία. Όλα πλέον δείχνουν ότι η Αμερική επιστρέφει στον σκοταδισμό του μακαρθισμού.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε την Πέμπτη 27 Μαρτίου εκτελεστικό διάταγμα με τίτλο «Αποκαθιστώντας την αλήθεια και τη λογική στην αμερικανική ιστορία», με σκοπό την καταπολέμηση της «αντι-αμερικανικής ιδεολογίας» (πηγή: The Washington Post, Petula Dvorak). Με το διάταγμα, έδωσε εντολή στον αντιπρόεδρο Βανς να εξαλείψει τη «διχαστική ιδεολογία που επικεντρώνεται στη φυλή» από τα μουσεία, τα εκπαιδευτικά και ερευνητικά κέντρα του Smithsonian και τον Εθνικό Ζωολογικό Κήπο. Το διάταγμα αναφέρει: «Το Ίδρυμα Smithsonian, που κάποτε ήταν ευρέως σεβαστό ως σύμβολο της αμερικανικής αριστείας και παγκόσμιο είδωλο πολιτιστικών επιτευγμάτων, έχει τα τελευταία χρόνια βρεθεί υπό την επιρροή μιας διχαστικής, φυλετικοκεντρικής ιδεολογίας. Αυτή η στροφή έχει προωθήσει αφηγήσεις που παρουσιάζουν τις αμερικανικές και Δυτικές αξίες ως εγγενώς επιβλαβείς και καταπιεστικές». Και καταλήγει: «Τα μουσεία στην πρωτεύουσα του έθνους μας θα πρέπει να είναι μέρη όπου τα άτομα πηγαίνουν για να μάθουν, όχι για να υποβληθούν σε ιδεολογική κατήχηση ή διχαστικές αφηγήσεις που διαστρεβλώνουν την κοινή μας ιστορία».
Στην ίδια σειρά διαταγμάτων πολιτισμικής αντεπίθεσης ανήκει και η ανακήρυξη της αγγλικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας των ΗΠΑ, τη στιγμή που τα ισπανικά μιλιούνται όλο και περισσότερο σε πολλές αμερικανικές πολιτείες, όπως η Νέα Υόρκη, η Καλιφόρνια ή το Μαϊάμι. «Από την ίδρυση της Δημοκρατίας μας, η αγγλική γλώσσα χρησιμοποιείται ως εθνική μας γλώσσα. Τα ιστορικά κυβερνητικά έγγραφα του έθνους μας, συμπεριλαμβανομένης της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας και του Συντάγματος, είναι όλα γραμμένα στα αγγλικά. Επομένως, είναι καιρός να ανακηρυχθεί η αγγλική γλώσσα ως η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Πολιτειών», αναφέρει το διάταγμα της 1ης Μαρτίου 2025 (πηγή: The White House).
Με αυτά και άλλα παρόμοια διατάγματα, ο Τραμπ προσπαθεί να διαμορφώσει «μια ενιαία και συνεκτική κοινωνία» στη βάση της δικής του ιδεολογίας, την οποία η αμερικανική κοινωνία πρέπει να ασπαστεί.
Ο κ. Παναγιώτης Χριστιάς είναι αν. καθηγητής πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.