ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Για την Ελένη

Του Σταύρου Χριστοδούλου

Του Σταύρου Χριστοδούλου

stavros.christodoulou@gmail.com

«Δεν θα σταματήσετε να με εκπλήσσετε ποτέ κυρία Ουίλσον» της είπα, κι εκείνη κατάνευσε με ένα χαμόγελο. Είχε βάλει στο πικάπ ένα παλιό βινύλιο, του 1991, από τη συναυλία του Παπάζογλου στον Λυκαβηττό. Το “Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ” ήχησε πιο σημερινό από ποτέ, σαν να υπογράμμιζε το γρέζι του χρόνου την αλήθεια των στίχων του. «Για την Ελένη» είπε η Ιουλία και τσούγκρισε το ποτήρι της με το δικό μου.

Μπορεί να ήταν η μουσική του Μανώλη Ρασούλη. Μπορεί πάλι να ήταν γιατί δεν είχα ακόμα χωνέψει την είδηση του θανάτου της Ελένης Νικοδήμου. Κι ας είχε δείξει από καιρό τα δόντια της η αρρώστια, με το τέλος να μοιάζει αναπόδραστο. «Αρχές της δεκαετίας του ’90 γλεντούσαμε τη ζωή σαν να μην υπήρχε αύριο» ξεκίνησα να λέω…

«Εκείνα τα χρόνια, λοιπόν, η Λευκωσία θύμιζε πόλη της ελληνικής επαρχίας. Εμείς όμως ήμασταν νέοι κι ερχόμασταν με φόρα απ’ έξω κουβαλώντας ο καθένας ό,τι τον συνέγειρε. Το Bastione ήταν το απάνεμο λιμάνι μας, όπου καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, αλλά κι όλα τα ανήσυχα πνεύματα της μικρής μας πόλης έβρισκαν καταφύγιο. Το Αιγαίο, λίγο πιο πάνω, έμοιαζε με πλάτωμα που το έδερναν οι άνεμοι. Μια βαθιά ανάσα ήταν το Αιγαίο του Πτωχόπουλου. Για όσους τουλάχιστον είχαν ανάγκη από οξυγόνο».

«Εκεί, στο μπαράκι του Αιγαίου, το Νταίζη Μπλου, γνώρισα την Ελένη. Η Όλγα έβαζε μουσική κι εμείς στριμωχνόμασταν σε κείνο το δωμάτιο ζαλισμένοι από το ποτό. Θυμάμαι τον Πασιαρδή να κάθεται σε μια γωνιά και να μας παρατηρεί σιωπηλός. Θυμάμαι και την Ελένη ν’ ανοίγει τα χέρια της, σαν φτερά, χορεύοντας το ωραιότερο ζεϊμπέκικο που έχω δει ποτέ από γυναίκα. Πρώτα γνώρισα κι αγάπησα την Ελένη κι έπειτα την τέχνη της. Αλλά όταν βρέθηκα μπροστά στους πίνακές της, ήταν έρωτας».

«Υπάρχουν άλλοι, καταλληλότεροι από εμένα, να μιλήσουν για την τέχνη της Νικοδήμου. Αλλά ξέρω στα σίγουρα πως ελάχιστοι Κύπριοι εικαστικοί εισχώρησαν σε τόσο βάθος στο αχανές τοπίο των χρωμάτων. Οι τοίχοι στην Γκαλερί Γκλόρια, όπου εξέθετε τη δουλειά της, σαν να φωτίζονταν από διαδοχικές λάμψεις. Χρώμα και φως. Ένας γοητευτικός νέος κόσμος με δημιουργό μια εκρηκτική γυναίκα που ζούσε όπως ζωγράφιζε και ζωγράφιζε όπως ζούσε: με πάθος για τα φανερά αλλά και τ’ ανείπωτα».

«Τα χρόνια πέρασαν, οι δρόμοι μας χώρισαν, κι όπως ήταν φυσικό χαθήκαμε με την Ελένη. Συναντιόμασταν σπάνια, αλλά κάποιες φορές, στο τηλέφωνο, πιάναμε το νήμα ξανά απ’ την αρχή. Με αφορμή τη δουλειά της ή τα γραφτά μου. Αλλά και χωρίς καμία αφορμή. Συχνά και για τα πολιτικά βεβαίως, για τα οποία κατά κανόνα διαφωνούσαμε. Σε ένα από αυτά τα τηλεφωνήματα, πριν από πέντε χρόνια, μου είχε πει για το βιβλίο που έγραφε. Το 2018, στον Φιλελεύθερο, μου αφηγήθηκε την ιστορία που την οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου της “Ταξίδι στη βροχή”. Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Κουκκίδα – Αιγαίον κι ευτυχώς πρόλαβε να το δει τυπωμένο».

«Πρόκειται για μια συναρπαστική ιστορία. Μια βυθοσκόπηση, από την οποία μπορεί κανείς να κατανοήσει τον ψυχισμό και την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία της Ελένης Νικοδήμου. Είχε μόλις πάρει άδεια οδήγησης. Κι ενώ έβρεχε καταρρακτωδώς, αποφάσισε, αν και άμαθη οδηγός, να οδηγήσει ώς τα βουνά, στο χωριό της την Άλωνα. “Ήθελα να πάω κόντρα στους φόβους µου…” αφηγήθηκε σ’ εκείνη τη συνέντευξη. “Όσο αύξανα την ταχύτητα, τόσο βίωνα έναν εσωτερικό καβγά. Ήταν σαν να ταξίδευα και να είχα έναν ίσκιο πλάι μου, μια μάζα σκότους, η οποία συνομιλούσε μαζί μου”, είπε».

«“Ήταν σαν να βρέθηκα στο Φαρ Ουέστ! Τα οροπέδια έμοιαζαν σαν να τα έκοψε το σπαθί του Διγενή Ακρίτα. Ξαφνικά ακούω τα Διόδια. Σταματώ το αυτοκίνητο, βγαίνω έξω, φοράω το παλιό μου παλτό, βάζω στο τέρμα τη μουσική και χορεύω ένα ζεϊμπέκικο κάτω από τη βροχή. Μόνη μου, εγώ και ο ουρανός”. Κι ύστερα συνέχισε να οδηγεί, μέσα στη βροχή, συντροφιά με τις σκιές από το παρελθόν. “Εκείνη τη στιγμή, με τους φανούς, έγινε ένας κατακλυσμός από ιστορίες της παιδικής μου ηλικίας. Εν τω μεταξύ οδηγούσα και γύρω μου υπήρχαν κατολισθήσεις. Σταματούσα, απομάκρυνα τις πέτρες, συνέχιζα, σταματούσα ξανά, χόρευα ζεϊμπέκικο και προχωρούσα”».

«Η αφήγησή της, όμοια με το μυστηριώδες ταξίδι της ζωής, κόβει την ανάσα. Κάποια στιγμή φτάνει στην Άλωνα… “Βρέθηκα σε έναν αόρατο τόπο. Δεν έβλεπα ούτε τα σπίτια, ούτε τους ανθρώπους, ούτε τα βουνά. Ήταν μια καταχνιά και εγώ ήμουνα μέσα σε αυτήν”. Εκεί συνάντησε έναν συγχωριανό της, τον καφετζή, που ήθελε να γίνει παπάς. Κάμνω; τη ρώτησε. “Δεν ξέρω, για να σου πω αν κάμνεις φέρε το ευαγγέλιο, φέρε και ζιβανία και διάβασέ μου μια περικοπή από κάθε ευαγγελιστή”. Αυτή ήταν η Ελένη. Γη και αέρας μαζί. “Άξιος”, του φώναξε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητο για να πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Εδώ, ολοκληρώθηκε και η αφήγησή της…».

Όση ώρα μίλαγα, η Ιουλία Παλαιολόγου Ουίλσον με άκουγε σιωπηλή. «Θυμήθηκα παλιές ιστορίες…» είπα απολογητικά, αλλά με σταμάτησε μ’ ένα της νεύμα. «Για την Ελένη» είπε κι ανασήκωσε το ποτήρι της. «Τα υπόλοιπα είναι σιωπή» συμπλήρωσε, επιλέγοντας, αντί επιλόγου, κάτι από την ποιητική σοφία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Σταύρου Χριστοδούλου

Τα Ιουλιανά: Τελευταία Ενημέρωση