
Του Γιώργου Σκαφιδά
Με την επιθετική/διχαστική του ρητορική και τις σαρωτικές αλλαγές που προωθεί όχι μόνον εκτός αλλά και εντός των αμερικανικών συνόρων, ο Ντόναλντ Τραμπ «κανονικά» θα έπρεπε να τους είχε ενώσει εναντίον του. Δυόμισι μήνες ωστόσο μετά την έναρξη της νέας προεδρικής θητείας Τραμπ και ακριβώς πέντε μήνες μετά τις κάλπες του Νοεμβρίου, οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ εκπέμπουν εικόνα «πολυδιάσπασης» και εσωκομματικών τριγμών.
Το κόμμα των Ομπάμα, Κλίντον και Μπάιντεν βγήκε από τις τελευταίες κάλπες βαριά πληγωμένο, καθώς έχασε όχι μόνο την προεδρία αλλά και τις πλειοψηφίες στα δύο σώματα του Κογκρέσου (στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία), ενώ Ρεπουμπλικανοί είναι πια και οι κυβερνήτες στην πλειονότητα των αμερικανικών Πολιτειών. Παράλληλα, ομάδες ψηφοφόρων που άλλοτε θεωρούνταν δεξαμενές των Δημοκρατικών –οι νέοι σε ηλικία, οι μαύροι, οι Λατίνοι– αυτήν τη φορά στράφηκαν στα δεξιά του πολιτικού φάσματος.
Για τα επόμενα σχεδόν δύο χρόνια, έως και τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, σχεδόν όλα στις ΗΠΑ θα είναι βαμμένα στο κόκκινο χρώμα της Ρεπουμπλικανικής παράταξης, η οποία δείχνει όμως να έχει πια παραδοθεί πλήρως στο προσωποκεντρικό αφήγημα ενός ανθρώπου: εν προκειμένω του ιδίου του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο «τυφώνας» Τραμπ προκαλεί πια, με τα αλλεπάλληλα εκτελεστικά του διατάγματα, αντιδράσεις σε εσωτερικό και εξωτερικό. Οι Δημοκρατικοί ωστόσο, αν και αντιπολιτευόμενοι, δεν φαίνεται να κερδίζουν προς το παρόν κάτι σημαντικό από αυτήν τη δυσαρέσκεια. Αντιθέτως, παρουσιάζονται να έχουν υποχωρήσει δραματικά στις δημοσκοπήσεις. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία της σφυγμομέτρησης που πραγματοποίησαν οι εταιρείες Hart Research Associates/Public Opinion Strategies το διάστημα μεταξύ 7 και 11 Μαρτίου για λογαριασμό του δικτύου NBC, μόλις το 27% των εγγεγραμμένων Αμερικανών ψηφοφόρων παρουσιάζεται πια να έχει θετική άποψη για το Δημοκρατικό κόμμα, ποσοστό το οποίο συνιστά όμως ιστορικό χαμηλό για την εν λόγω παράταξη.
Η –υποστηριζόμενη από το κόμμα των Δημοκρατικών– δικαστής Σούζαν Κρόφορντ μπορεί να επικράτησε στις εκλογές της 1ης Απριλίου έναντι του Ρεπουμπλικανού Μπραντ Σίμελ, εξασφαλίζοντας μια θέση στο Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας του Ουισκόνσιν, προς μεγάλη απογοήτευση των κ.κ. Τραμπ και Μασκ, πλην όμως αυτή η νίκη της Δημοκρατικής παράταξης θα πρέπει να έχει συνέχεια και μάλιστα κλιμακούμενη για να αλλάξουν οι ισορροπίες ισχύος στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Προς το παρόν πάντως, το Δημοκρατικό κόμμα παρουσιάζεται να έχει χωριστεί σε διαφορετικά εσωκομματικά στρατόπεδα, τα οποία μάλιστα ανταλλάσσουν «πυρά» μεταξύ τους.
Από τη μία πλευρά, στα αριστερά του εσωκομματικού πολιτικού φάσματος, βρίσκονται πολιτικοί όπως ο 83χρονος γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς, η 35χρονη βουλευτής Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ και ο Σάικατ Τσακραμπάρτι. Ο 39χρονος πολιτικός σύμβουλος/ακτιβιστής ζητεί πια ανοιχτά από την 85χρονη Νάνσι Πελόζι να παραδώσει τη βουλευτική της έδρα στην Καλιφόρνια, ή μάλλον να ανοίξει τον δρόμο για την εκλογή κάποιου άλλου υποψηφίου του κόμματος των Δημοκρατικών στη θέση της στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, μια θέση την οποία η Πελόζι κατέχει τα τελευταία σχεδόν 40 χρόνια, από το 1987 και έπειτα.
Από την άλλη πλευρά, απέναντι στους προαναφερθέντες αλλά εντός του ιδίου κόμματος, βρίσκονται πολιτικοί όπως ο 74χρονος επικεφαλής της Δημοκρατικής μειοψηφίας στη Γερουσία Τσακ Σούμερ, ο οποίος όμως κατηγορήθηκε πρόσφατα για «προδοσία», όταν στήριξε –τον περασμένο Μάρτιο– το σχέδιο νόμου των Ρεπουμπλικανών για τον προϋπολογισμό.
Η Νάνσι Πελόζι και ο Τσακ Σούμερ (Shawn Thew/Pool via AP)
Η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ και ο Σάικατ Τσακραμπάρτι τοποθετούνται στο αριστερό άκρο του Δημοκρατικού κόμματος. Δημοκρατικοί πολιτικοί, όπως για παράδειγμα ο γερουσιαστής Τζον Φέτερμαν και ο βουλευτής Σεθ Μούλτον, επιτίθενται ωστόσο σε αυτό το αριστερό άκρο το οποίο χαρακτηρίζουν πολιτικά «ακραίο».
Το Δημοκρατικό κόμμα παρουσιάζεται να έχει πια χωριστεί σε μια σειρά από μικρότερα εσωκομματικά στρατόπεδα.
Από τη μία πλευρά είναι εκείνοι που επιθυμούν τη μετωπική σύγκρουση με τον Τραμπ, και από την άλλη εκείνοι που προκρίνουν μια περισσότερο συμβιβαστική στάση αναμονής.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται εκείνοι που ζητούν μια «ριζοσπαστική» στροφή προς τα αριστερά, και από την άλλη εκείνοι που υποστηρίζουν ότι μια τέτοια «ελιτίστικη» στροφή θα αποξένωνε ακόμη περισσότερο το κόμμα από μεγάλες δεξαμενές ψηφοφόρων ειδικά στις αμφίρροπες Πολιτείες (swing States).
Από τη μία πλευρά βρίσκεται η «διαβόητη» Squad, όπως ονομάζεται η άτυπη εσωκομματική ομάδα στην οποία εντάσσονται πολιτικοί όπως η Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτέζ, η Ιλχάν Ομάρ και η Αγιάνα Πρέσλεϊ. Και από την άλλη η πολιτικά κεντρώα New Democrat Coalition, της οποίας ηγείται ο βουλευτής Μπραντ Σνάιντερ. Ενώ στο κέντρο και προς τα αριστερά τοποθετείται η Congressional Progressive Caucus υπό τον βουλευτή Γκρεγκ Κασάρ.
Οι προαναφερθείσες ομάδες προφανώς προηγούνται χρονικά της νέας θητείας Τραμπ. Η Δημοκρατική παράταξη των ΗΠΑ παρουσιάζεται ωστόσο πλέον να βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο σταυροδρόμι. Εάν άλλοτε η πολυσυλλεκτικότητά της λογιζόταν ως δύναμη, αυτή η πολυσυλλεκτικότητα πια δείχνει να προκαλεί σύγχυση, τουλάχιστον σε έναν βαθμό.
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, δείχνει πια να ξέρει πολύ καλά τι θέλει να επιτύχει σε επίπεδο ανατροπών, ή τουλάχιστον πού και πώς είναι διατεθειμένος να ρισκάρει ρήξεις και να επιχειρήσει στροφές. Οι Δημοκρατικοί, ωστόσο, ακόμη ψάχνονται.
Οσο για την πρώην υποψήφια για την προεδρία των ΗΠΑ, Κάμαλα Χάρις, εκείνη λέγεται πως ετοιμάζεται να ανακοινώσει τις νέες πολιτικές της κινήσεις μέσα στους επόμενους μήνες, σίγουρα πριν από τα τέλη του καλοκαιριού. Με βάση όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η Χάρις δεν αποκλείεται να διεκδικήσει τη θέση του κυβερνήτη της Καλιφόρνια (στη θέση του Γκάβιν Νιούσομ, το όνομα του οποίου είχε άλλοτε ακουστεί ως δυνητικά υποψήφιο ακόμη και για την προεδρία των ΗΠΑ). Η Καλιφόρνια θεωρείται, ωστόσο, προπύργιο των Δημοκρατικών και, παρά την αδιαμφισβήτητη αξία της, δεν πρόκειται να κρίνει τις όποιες μελλοντικές ισορροπίες σε ομοσπονδιακό επίπεδο.