
Kathimerini.gr
Ο παραδοσιακός τύπος εργαζομένου στην Ιαπωνία δείχνει την αφοσίωσή του δουλεύοντας ατελείωτες ώρες και αφιερώνοντας χρόνο στους συναδέλφους του μετά το γραφείο. Εξ ου και μια γνωστή διαφήμιση ενεργειακού ποτού τη δεκαετία του 1980, αναφερόμενη στην αφοσίωση των εργαζομένων, ρωτούσε: «Μπορείς να παλέψεις 24 ώρες;». Ωστόσο, οι εργαζόμενοι –και ιδίως οι νέοι– έχουν αρχίσει να αμφισβητούν το μοντέλο αυτό και βρίσκουν στήριγμα στο δημογραφικό, το οποίο τους δίνει όλο και μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ.
Κατ’ αρχάς, 990.000 εργαζόμενοι άλλαξαν δουλειά πέρυσι, με τον αριθμό να είναι αυξημένος κατά 60% σε σύγκριση με μία δεκαετία νωρίτερα. Επίσης, σύμφωνα με έρευνα του ιαπωνικού υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας, το 21% των νέων εργαζομένων δήλωσε πως σκοπεύει να μείνει με τον σημερινό εργοδότη του «μέχρι τη σύνταξη». Πρόκειται για ποσοστό κατά 35% μικρότερο σε σύγκριση με το 2014. Αλλη έρευνα κατέληξε ότι πάνω από τις μισές επιχειρήσεις στη χώρα αντιμετωπίζουν έλλειψη εργαζομένων, ενώ ο άλλοτε πανίσχυρος δημόσιος τομέας της Ιαπωνίας βλέπει έξοδο των νέων, οι οποίοι αναζητούν πλέον κάτι πιο ενδιαφέρον. Τέλος, το ποσοστό των ανδρών που παίρνουν άδεια πατρότητας εκτινάχθηκε από 2% των δικαιούχων πριν από μία δεκαετία στο 30% το 2023.
Οι τάσεις αυτές αντανακλούν και τη δημογραφική πρόκληση της χώρας, καθώς όταν ο πληθυσμός συρρικνώνεται, οι εργαζόμενοι έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ στην επιλογή εργασίας. Ωστόσο, πρόκειται και για μια στροφή στην προσέγγιση στα εργασιακά θέματα. «Τόσο πολλοί Ιάπωνες δεν βρίσκουν χαρά στη δουλειά τους», είπε στον Economist ένας κάτοικος του Τόκιο μικρής ηλικίας, υποστηρίζοντας ότι οι εργαζόμενοι που έβλεπε στα μέσα μεταφοράς όταν ήταν παιδί τού θύμιζαν άψυχα ζόμπι και αποτέλεσαν παράδειγμα προς αποφυγήν.
Στα ιαπωνικά γραφεία, στο μεταξύ, υπάρχουν διαγενεακές εντάσεις: οι νέοι εργαζόμενοι διαμαρτύρονται για τους μεγαλύτερους που δεν συμβάλλουν ιδιαίτερα, αλλά προστατεύονται από τους αυστηρούς εργασιακούς κανόνες της χώρας. Σε έρευνα του 2022, σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι μεταξύ 20 και 40 ετών δήλωσαν ότι έχουν τέτοιους συναδέλφους και ότι είναι σημαντικός παράγοντας για τη δημιουργία ενός κακού εργασιακού κλίματος. Οι ίδιοι άνθρωποι τείνουν να γεμίζουν τις υψηλόβαθμες θέσεις, μειώνοντας το περιθώριο ανέλιξης των νέων.
Ετσι, οι εκκλήσεις για νομοθετικές μεταρρυθμίσεις πληθαίνουν. Το 2019 ο επικεφαλής της μεγαλύτερης ένωσης επιχειρήσεων στην Ιαπωνία, Keidanren, δήλωσε πως το σύστημα για απασχόληση εφ’ όρου ζωής δεν είναι πια βιώσιμο. Πέρυσι, μια πρόταση από κορυφαίο υποψήφιο για την ηγεσία του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος περί ευελιξίας στην αγορά εργασίας πυροδότησε έντονες διαφωνίες, με τους συντηρητικούς να εμφανίζονται εναντίον των βιαστικών αλλαγών.
Παρότι η πολιτική χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστεί, η συμπεριφορά αλλάζει και ανάμεσα στους γηραιότερους εργαζομένους. Υπάρχει ένα διάσημο ρητό στην Ιαπωνία ότι τα 35 είναι το όριο μέχρι το οποίο μπορεί κανείς να αλλάξει καριέρα και έπειτα είναι σχεδόν αδύνατο. Ωστόσο, αυτή η θεωρία έχει αρχίσει να διαβρώνεται. Σύμφωνα με την υπηρεσία απασχόλησης Recruit, ο αριθμός των εργαζομένων μεταξύ 40 και 60 ετών που άλλαξαν δουλειά εξαπλασιάστηκε την τελευταία δεκαετία. Εξάλλου, η αδυναμία εύρεσης εργαζομένων σημαίνει ότι οι εταιρείες που παλαιότερα εστίαζαν στην πρόσληψη νέων τώρα δέχονται ευχαρίστως και ανθρώπους με περισσότερη εμπειρία. Σύμφωνα με τον Economist, η στροφή αυτή θα μπορούσε να έχει σημαντικά οικονομικά αποτελέσματα. Κατ’ αρχάς στην Ιαπωνία η έλλειψη ευελιξίας στην αγορά εργασίας σημαίνει ότι η αύξηση των μισθών εξαρτάται από τις ετήσιες διαπραγματεύσεις κάθε άνοιξη. Ερευνα της Recruit δείχνει ότι σχεδόν τα δύο πέμπτα όσων αλλάζουν δουλειά τώρα βλέπουν αύξηση τουλάχιστον 10% στις αποδοχές τους, ενώ αυτό ίσχυε για λιγότερο από το ένα τρίτο το 2021. Σε σύγκριση με τα επίπεδα των ανεπτυγμένων οικονομιών, οι μισθοί στην Ιαπωνία παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, αλλά η ευελιξία στην αγορά θα μπορούσε να βελτιώσει την κατάσταση, αυξάνοντας τον δυναμισμό των εταιρειών και των οργανισμών.