
Kathimerini.gr
«Η μεγάλη οθόνη σε καλεί / Είναι η μεγάλη σου ευκαιρία/ Είσαι ο επόμενος μεγάλος σταρ μιας ανόητης ταινίας/ Για έναν τύπο με ραγισμένη καρδιά που καταρρέει/ Κατευθύνεσαι προς την αίθουσα μοντάζ/ Και στο σίκουελ εγώ είμαι ο ήρωας που κερδίζει το κορίτσι».
Από το τραγούδι του πανκ συγκροτήματος Bowling For Soup με τίτλο «Val Kilmer».
To «πακέτο» ήταν πλήρες: Ψηλός, με ζυγωματικά βγαλμένα από κόμικ με σούπερ ήρωες, μία σαγηνευτική ψυχραιμία στο βλέμμα, ένα χαμόγελο ικανό να κάνει και τους πάγους να λιώσουν, με ένα σώμα φτιαγμένο για να αναδεικνύει τα πιο ωραία ρούχα, αλλά ελκυστικό και χωρίς αυτά. Ο Βαλ Κίλμερ τα είχε όλα: τα ξανθά μαλλιά της μητέρας του, με καταγωγή από τη Σουηδία. Σπουδές στο πιο έγκριτο κολέγιο τέχνης στη Νέα Υόρκη, το περίφημο Τζούλιαρντ. Εκκίνηση της καριέρας του στη χορταστική δεκαετία του ’80, τότε που ακόμη η παλαιά λάμψη του Χόλιγουντ εγγυόταν τεράστια προβολή και παγκόσμια αναγνώριση. Είτε από τύχη είτε από τις σωστές επιλογές είτε από συνδυασμό αυτών, ο ηθοποιός με το όνομα φτιαγμένο για να ξεχωρίζει στα διαφημιστικά πόστερ, έγινε σταρ: έπαιξε σε κωμωδίες, σε μπλοκμπάστερ, σε γουέστερν, σε νεονουάρ, σε κομεντί, φόρεσε τη στολή του Μπάτμαν, συνεργάστηκε με υπερεπιτυχημένους σκηνοθέτες, όπως ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο Ρον Χάουαρντ και ο Τέρενς Μάλικ, έβγαλε εκατομμύρια δολάρια, φλέρταρε με τις πιο λαμπερές γυναίκες της σόου μπιζ και, όταν ο εικοστός αιώνας τελείωνε, όλοι στοιχημάτιζαν ότι η πορεία του θα παρέμενε ανοδική και στον επόμενο. Εκαναν όμως λάθος.
Υπήρχε για ένα διάστημα η φήμη ότι ο Βαλ Κίλμερ ήταν δύστροπος και η συνεργασία μαζί του μάλλον δυσάρεστη. Οπως προκύπτει από την εντυπωσιακά καλογραμμένη αυτοβιογραφία του, όμως, «I’m Your Huckleberry» (2021, Simon & Schuster), υπάρχουν δεκάδες συνάδελφοί του που ισχυρίζονται ακριβώς το αντίθετο. Οι «παραξενιές» του οφείλονταν σε εξωγενείς παράγοντες: τη μια, ενώ γυρίζει ταινία, ένας δικηγόρος τον επισκέπτεται στο στούντιο και του παραδίδει την αίτηση διαζυγίου της συζύγου και μητέρας των δύο παιδιών του, της Βρετανίδας ηθοποιού Tζοάν Γουόλι. Την άλλη, ο συμπρωταγωνιστής του, Μάρλον Μπράντο, ανακοινώνει σε όλα τα μέλη του συνεργείου ότι δεν σκοπεύει να μάθει απέξω τις ατάκες του και, αμέσως μετά, αποφασίζει να τα παρατήσει όλα μόλις μαθαίνει ότι είχε αυτοκτονήσει η κόρη του. Ο Κίλμερ μένει πίσω και εισπράττει όλο τον προκληθέντα αρνητισμό.
Ατοπες ή όχι οι φήμες αυτές, σε συνδυασμό με κάποιες λανθασμένες καλλιτεχνικά επιλογές, κάποιες απρόβλεπτες αποτυχίες στο box office, σταδιακά έκαναν το άστρο του Κίλμερ να θαμπώσει. Και όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος, «το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει όλο και λιγότερο»! Επί πλέον, η στεγαστική κρίση που χτύπησε τις ΗΠΑ το 2008 τον ανάγκασε να πουλήσει σε πολύ χαμηλή τιμή το 6.000 στρεμμάτων ράντσο του στο Νέο Μεξικό, γεγονός που του στοίχισε πολύ, καθώς εκεί, πέρα από την επαφή του ίδιου με τη φύση, καθώς χαλάρωνε ψαρεύοντας και εκτρέφοντας βίσονες, φιλοδοξούσε να φτιάξει ένα κέντρο τέχνης για εικαστικές εκθέσεις, θεατρικές παραστάσεις, προβολές και άλλες πολιτιστικές δράσεις.
Αργότερα ήλθε και η διάγνωση καρκίνου στον λαιμό το 2014. Η κατάστασή του ήταν σοβαρή, αλλά επιδεινώθηκε λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων (η Χριστιανική Επιστήμη, την οποία είχε ασπαστεί, απαγορεύει οποιαδήποτε θεραπεία πέραν της προσευχής). Τελικά δέχθηκε να μπει δύο φορές στο χειρουργείο και να καταλήξει με μόνιμη τραχειοστομία.
Ολα αυτά είχαν αποτέλεσμα να χάσει, πρακτικά, τη φωνή του, ενώ όλη αυτή η ταλαιπωρία αποτυπώθηκε φυσιογνωμικά στο πρόσωπό του. Στο καταπληκτικό ντοκιμαντέρ «Val», που προβλήθηκε το 2021 στο φεστιβάλ των Καννών και είναι διαθέσιμο στο Amazon Prime (δυστυχώς, όμως, όχι στην ελληνική εκδοχή της πλατφόρμας), που καταγράφει τη ζωή και την καριέρα του, την αφήγηση την κάνει ο γιος του, επίσης ηθοποιός, Τζακ.
Ο Βαλ Κίλμερ πέθανε την Τρίτη «από πνευμονία», όπως αναφέρει η σύντομη ανακοίνωση της κόρης του, Μερσέντες. Ηταν 65 ετών. Την τελευταία δεκαετία η κατάσταση της υγείας του περιόρισε πολύ, ποσοτικά και ποιοτικά, τις επιλογές του. Κατάφερε όμως να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα και εγκαινίασε τον πολυχώρο τέχνης HelMel στο Λος Αντζελες το 2018: εκεί στεγαζόταν το γραφείο του, μια εταιρεία παραγωγής και μια γκαλερί. «Ενας ιερός χώρος ψυχαγωγίας όπου εκλεκτοί καλλιτέχνες συναντιούνται για να συνεργαστούν και μέσω των νέων τεχνολογιών να προκαλούν δημιουργικές αλλαγές στην τοπική κοινωνία. Ενας… παιδότοπος για ηθοποιούς και καλλιτέχνες. Δεν μπορούσα να εκθέσω τα δικά μου έργα σε γκαλερί και έτσι έφτιαξα τη δική μου!».
Οπως τόνισε ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, με αφορμή τον θάνατό του, «ελάχιστοι είχαν καταλάβει ότι ο Βαλ Κίλμερ ήταν από τους πιο χαρισματικούς ηθοποιούς της γενιάς του». Αν αυτή η δήλωση μοιάζει υπερβολική, αναλογιστείτε τις μεταμορφώσεις του: στην ταινία «Doors» του Ολιβερ Στόουν (που δήλωνε ορκισμένος θαυμαστής του), όπου δεν υποδύεται τον Τζιμ Μόρισον, ΕΙΝΑΙ ο Τζιμ Μόρισον. Στην ταινία χρησιμοποιήθηκαν 15 τραγούδια τα οποία ερμηνεύει ο ίδιος. Είχε απαιτήσει να μάθει πλήρως 50 από το ρεπερτόριο του συγκροτήματος, για να ασπαστεί πλήρως την κληρονομιά του γκρουπ. Στο γουέστερν «Tombstone» δίνει «ερμηνεία που κάθε ηθοποιός φαντασιώνεται», σύμφωνα με τον Τζέιμς Γουντς, ως ο θρύλος της Αγριας Δύσης Ντοκ Χόλιντεϊ. Επειδή ο ρόλος προέβλεπε λίγα δευτερόλεπτα στο πιάνο με μια παρτιτούρα του Σοπέν, ο Κίλμερ αρνήθηκε να προσποιείται απλώς ότι παίζει και έκανε κάθε μέρα μαθήματα πιάνου για μήνες.
Στο «Heat» του Μάικλ Μαν, δίπλα σε Αλ Πατσίνο και Ρόμπερτ ντε Νίρο, περνάει στην Ιστορία από μια ατάκα επτά λέξεων («ο ήλιος δύει και ανατέλλει με εκείνη»). Στο «Wonderland», μας πείθει ότι είναι ο απόλυτος πορν σταρ σε παρακμή, Τζον Χολμς. Και στο «True Romance» κλέβει την παράσταση ως Ελβις Πρίσλεϊ σε μια σκηνή 90 δευτερολέπτων, χωρίς να δούμε ούτε δευτερόλεπτο το πρόσωπό του.
«Οπως όλες οι αληθινές ιστορίες, έτσι και η δική μου περιέχει έντονο κιαροσκούρο, εκτυφλωτικό φως και βασανιστικό σκοτάδι. Αλλά το φως πάντοτε δείχνει τον δρόμο. Το φως είναι το καθοριστικό κίνητρο και η ουσία του χαρακτήρα μου και είμαι τυχερός που τα πρώτα χρόνια της ζωής μου ήταν πλημμυρισμένα με αυτό».