
Δεν εντοπίστηκαν ίχνη ναρκωτικών ή αλκοόλ στο αίμα του Ντιέγκο Μαραντόνα τη στιγμή του θανάτου του (25 Νοεμβρίου 2020), σύμφωνα με τους ιατροδικαστές που διενήργησαν τη νεκροψία του Αργεντινού αστέρα.
Οπως ανέφερε ο βιοχημικός και ιατροδικαστής Εζεκιέλ Βεντόσι, στο πλαίσιο της δίκης του ιατρικού προσωπικού που ήταν υπεύθυνο για την επίβλεψη της ανάρρωσης του Μαραντόνα, έπειτα από επέμβαση στο κεφάλι, «κανένα από τα τέσσερα δείγματα δεν αποκάλυψε ίχνη αλκοόλ, κοκαΐνης, μαριχουάνας, MDMA, έκστασης ή αμφεταμίνης».
Παράλληλα, στο αίμα του εντοπίστηκαν ίχνη πέντε ουσιών που αντιστοιχούν σε αντικαταθλιπτικά, αντιεπιληπτικά, αντιψυχωσικά σκευάσματα, καθώς και φάρμακα για τη ναυτία.
Η παθολόγος Σιλβάνα ντε Πιέρο ανέφερε ότι το συκώτι του παλαίμαχου ποδοσφαιριστή εμφάνιζε σημάδια συμβατά με κίρρωση, κάνοντας λόγο για ενδείξεις νεφρικής, καρδιακής και πνευμονικής ανεπάρκειας.
Στο πλαίσιο της δίκης, που βρίσκεται σε εξέλιξη, επτά επαγγελματίες υγείας κατηγορούνται για ανθρωποκτονία από αμέλεια.
Μεταξύ των κατηγορουμένων περιλαμβάνεται ο προσωπικός γιατρός του Μαραντόνα τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του, καθώς και η ψυχίατρος που συνταγογράφησε τα φάρμακα που λάμβανε ο Μαραντόνα μέχρι τη στιγμή του θανάτου του.
Ο ιατροδικαστής Αλεχάντρο Βέγκα κατέθεσε στο δικαστήριο ότι η καρδιά του Μαραντόνα ήταν «διογκωμένη» και ζύγιζε περίπου 503 γραμμάρια, όταν το μέσο βάρος είναι μεταξύ 250 και 300 γραμμαρίων.
Εξήγησε ότι η εξέταση της καρδιάς του Μαραντόνα έδειξε ότι ο πρώην αστέρας υπέφερε από «μακροχρόνια ισχαιμία», με «έλλειψη ροής αίματος και οξυγόνου». Η νεκροψία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Μαραντόνα πέθανε από οξύ πνευμονικό οίδημα.
Με πληροφορίες από Associated Press, ΑΠΕ-ΜΠΕ