ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Μικρές πορφυρές τουλίπες

Χειρόγραφο, με την Ελένη Ξένου

Της Ελένης Ξένου

Της Ελένης Ξένου

twitter

Το λεωφορείο σταθμεύει έξω από το Καφενείο του Γέρου, έτσι το λένε, το βγάζω φωτογραφία, έχει χρωματιστές τόνενες καρέκλες, τσιτάτα στους τοίχους και γλάστρες γεμάτες μυρωδάτα λουλούδια. Η μέρα είναι συννεφιασμένη, γύρω απλώνεται σαν πέπλο μια ησυχία ανακουφιστική, τίποτα δεν υπερτονίζεται από το φως του ήλιου, όλα αφήνονται ξεκούραστα μέσα στην σιωπηλή εκδοχή τους. Βρίσκομαι στον Κορμακίτη, είναι γύρω στις δέκα το πρωί, παρέα μου η Κ, η Χ και η Ν και πολλοί άλλοι που δεν τους γνωρίζω, θα περπατήσουμε όλοι μαζί το μονοπάτι που οδηγεί στις τουλίπες, αυτή είναι η εποχή τους και γι’αυτό άλλωστε τις λένε λουλούδια του Απρίλη, τουλίπα η Κύπρια η επίσημη ονομασία, μόνο εδώ ευδοκιμεί, πουθενά αλλού στον κόσμο και ίσως αυτός είναι ο λόγος που μόλις εκφέρω το όνομα της αισθάνομαι την δόνηση της ρίζας της να με μετατοπίζει προς μια μυστηριακή ευθυγράμμιση χώματος, σώματος και ψυχής.

Παραγγέλνουμε κυπριακό καφέ και τον πίνουμε στα γρήγορα, η Κ προλαβαίνει να ρίξει μια γρήγορη ματιά στο φλυτζάνι μου για να μου πει πως “διαβάζει" ισορροπία μέσα μου, υπάρχουν, λέει, πράγματα βαριά γύρω μου αλλά δεν με βαραίνουν κι’αυτό είναι κάτι που το προσθέτω στις ανακουφιστικές συνθήκες της μέρας. Περνάμε μέσα από τα στενά του χωριού, οι αυλάδες των σπιτιών γεμάτες λουλούδια, ακόμα και στον πιο φθαρμένο τοίχο ισορροπούν τενεκεδένια δοχεία με ανθισμένα φυτά και αυτό μόνο με ένα τρόπο μπορώ να το ερμηνεύσω, ως την έννοια της φροντίδας ευκρινώς αισθηματοποιημένη. Το μονοπάτι είναι ένας στενός χωματόδρομος που μοιάζει να εκτείνεται μέχρι εκεί που φτάνει το βλέμμα και ακόμη παραπέρα, διασχίζει μια φύση τόσο μαγευτική που είναι λες και τόχει βάλει πείσμα να επαναφέρει στον καθένα μας μια σχέση προσευχής με τον τόπο. Ή για να δανειστώ τις λέξεις του ποιητή, “πρόκειται για κείνη την βαθύτερη δύναμη που διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια ένα πιο στέρεο έδαφος για να πατήσει η ψυχή". Οι υπόλοιποι έχουν προχωρήσει μπροστά, εμείς αργοπορούμε, μαζί μας αργοπορεί και ο κ. Κυριάκος από τον Καλοπαναγιώτη, πρώην δασονόμος, νυν συνταξιούχος, άριστος γνώστης του κάθε βοτάνου, κρατάει μια μαγκούρα και μας “ξεναγεί” στα μυστικά των μυριστικών μας χόρτων, εμείς του κάνουμε διάφορες ερωτήσεις, για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες και για τις αντοχές τους, εκείνος έχει εύκολες τις απαντήσεις όπως ένας δάσκαλος και η αλήθεια είναι πως αφημένες ολότελα στο παρόν κάπως έτσι αισθανόμαστε, μαθητευόμενες μικρών και μεγάλων θαυμάτων.

“Όταν είσαι στην φύση ακόμα και οι αισθήσεις αποκτούν την χαμένη τους αγιότητα", γράφει ο ποιητής και ο κ. Κυριάκος μου δίνει λίγο θυμάρι να το μυρίσω λες και διαβάζει την σκέψη μου, ρουφώ με τα ρουθούνια μου μια γερή “τζούρα” και το θυμάρι μετατρέπεται σε υποδήλωση της παιδικής μου ηλικίας, δεν ξέρω πώς αλλιώς να το περιγράψω. Ο Αργύρης ο ξεναγός μας, λέει πως πρέπει να βιαστούμε, προβλέπει βροχή και άρα καλύτερα να ανοίξουμε το βήμα μας, υπακούμε ανοίγοντας ταυτόχρονα τα πνευμόνια μας για να εισπνεύσουν όσο περισσότερο οξυγόνο γίνεται, νάχουμε περίσσευμα. Κατευθυνόμαστε στο βάθος μιας πεδιάδας με μπόλικα ελαιόδεντρα, εκεί συναντούμε τους υπόλοιπους που περπατάνε προσεχτικά ανάμεσα στα χόρτα μην πατήσουνε τις άγριες κύπριες τουλίπες που ξεμυτίζουν από παντού. Κάποιοι απο αυτούς είναι ήδη σκυμμένοι από πάνω τους και τις φωτογραφίζουν με ευλάβεια, το ίδιο κάνουμε και μείς, τις πλησιάζουμε σχεδόν μυσταγωγικά και τις παρατηρούμε με αργές κινήσεις.

Έχουν κάτι το μεθυστικό και εννοώ σε παρασύρουν με την αψεγάδιαστη γεωμετρία τους, χάνεσαι μέσα στο πορφυρένιο χρώμα τους που μοιάζει με κείνο του αίματος και εντελώς αινιγματικά ανακτάς την παραμελημένη σου ζωτικότητα. Σκορπίζουμε στην πεδιάδα και φωτογραφίζουμε με το κινητό όσες πιο πολλές προλαβαίνουμε, μεγάλη η χαρά μας που δεν υπάρχει σήμα και αυτό πάει να πει πως οι εικόνες θα παραμείνουν φυλαχτό. Κάποια στιγμή απομακρύνομαι από τους άλλους και μένω μόνη με μια μοναχική τουλίπα που ξεπροβάλει πίσω από μια πέτρα σαν να μου γνέφει να της δώσω σημασία. Φέρνω το προσωπο μου μια ανάσα απο τα πέταλα της και την χαιδεύω απαλά μην την τρομάξω. Και ύστερα κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι πως είμαι ένα λιλιπούτειο πλασματάκι που κατοικεί μέσα στην καρδιά της. Και που πότε-πότε σκαρφαλώνει στον μίσχο της για να αναπνεύσει λίγη από την αθανασία που του αναλογεί.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Της Ελένης Ξένου

Χειρόγραφα: Τελευταία Ενημέρωση